ΜΕ ΒΛΕΠΕΙ, ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ!

Είναι η μέρα που πρέπει να ξυπνήσω νωρίς. Είναι η μέρα που είμαι μόνος στο σπίτι με τα παιδιά. Είμαι ήδη μισοπεθαμένος, τα μάτια κλείνουν χωρίς καμμία προσπάθεια. Ευτυχώς και τα δύο κοιμούνται ήσυχα εδώ και ώρα. Καμμία έγνοια. Ούτε βήχας, ούτε μύτη να τρέχει. Τίποτα. Επιτέλους θα απολαύσω έναν ύπνο της προκοπής.

Ξαπλώνω, χαλαρώνω. Γυρνάω να κλείσω το φως και παίρνω θέση. Πριν προλάβω να πάρω δεύτερη ανάσα ακούγεται γκρίνια από την κούνια του μικρού. Λες κι ο διακόπτης του λαμπατέρ είναι συνδεδεμένος με το λαρύγγι του. “Ψυχραιμία”, σκέφτομαι. “Θα βρει την πιπίλα του ως συνήθως και θα σταματήσει”. Η γκρίνια γίνεται κλάμα. “Θα τη βρει που θα πάει, δεν την άκουσα να πέφτει κάτω, θα τη βρει όπου νά ‘ναι”. Το κλάμα γίνεται γοερό διανθισμένο με κορώνες. ΟΚ, τό ‘πιασα το υπονοούμενο, πρέπει να τη βρω εγώ. Εξάλλου το μόνο που δε μου χρειάζεται τώρα είναι να ξυπνήσει κι η μεγάλη μέσα στα μαύρα τα μεσάνυχτα. Μουρμουρίζω κάτι αγενές και σηκώνομαι. Μόλις φτάνω στη γωνία του κρεββατιού, ησυχία. Έστω. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Μένω άγαλμα μέχρι να επιβεβαιώσω ότι έλειξε ο συναγερμός. Όλα φαίνονται εντάξει. Δεν ακούω τίποτα ύποπτο, ώρα να ξανα-οριζοντιωθώ.

Μόλις τραβάω το πάπλωμα, η σειρήνα ξανα-ηχεί. “Δεν είναι δυνατόν, με βλέπει δε μπορεί. Κρυφοκοιτάει, δεν εξηγείται αλλιώς”. Κι όμως όχι μόνο δεν περπάτησε ακόμα, αλλά είναι καθισμένος στην κούνια του. Βρίσκω τον σιγαστήρα (πιπίλα) και η τάξη αποκαθίσταται αμέσως. Ξαναγυρνάω στο κρεββάτι μου. Κοιμάμαι αλλά η σύγχυση παραμένει. “Πώς το κάνουν”;
image

ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΑΜΒΟΣ (ΤΜΜΤΠ3*)

* ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ 3 – ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Γελάει. Όχι δεν είναι ακριβές. ΜΟΥ γελάει. Με αναγνωρίζει και όταν με βλέπει μου χαμογελάει. Μου ανταποδίδει το βλέμμα μου μ’ ένα πρόσωπο που λάμπει ολόκληρο. Με γεμίζει από χαρά και αρχίζω να χαμογελάω κι εγώ μέσα από την καρδιά μου. Και μετά κλείνω πίσω μου την πόρτα και φεύγω.

Έχουν προηγηθεί μέρες θριάμβου. Γιατί η σκληρή (για τις κυρίες φυσικά) αλήθεια είναι ότι ένας άντρας (ο γνωστός αχαΐρευτος) μπορεί να φροντίσει ένα μωρό με μεγάλη επάρκεια. ΟΚ, εξαιρείται ο θηλασμός για καθαρά τεχνικούς λόγους. Αλλά θες επειδή δεν έχουμε το ίδιο δέσιμο με τη μάνα και μπορούμε να είμαστε πιο ψύχραιμοι, θες γιατί το τάισμα, άλλαγμα, ύπνος στο πρωτόγονο, τετράγωνο, απλοϊκό αλλά πιο θετικό αντρικό μυαλό είναι χαμηλού επιπέδου προκλήσεις(!), θες επειδή οι ορμόνες μας ποτέ δε διαταράχθηκαν λόγω γέννας (τα νεύρα μας μπορεί) μας έχουν απομείνει ψήγματα λογικής και δεν πανικοβαλλόμαστε με το παραμικρό ουά, θες επειδή (να λέμε και του στραβού το δίκιο) μπορεί να είμαστε λίγο (λίγο το τονίζω) πιο ξεκούραστοι; Το μόνο που χρειάζεται είναι ν’ ακολουθείς το εγχειρίδιο λειτουργίας, δηλαδή τις οδηγίες του παιδιάτρου και όλα παν ρολόι. Προσοχή αυτά που είπε η παιδίατρος, όπως τα είπε. Όχι ό,τι ακούσαμε, ό,τι καταλάβαμε κι ό,τι “ξέρει η μαμά” (όπου μαμά όχι μόνο η φυσική μαμά, αλλά και η μαμά της μαμάς “εμείς πάντως τότε…”, η πεθερά της μαμάς “εγώ δηλαδή πως σας μεγάλωσα;..”, η θεία “μη καλέ έτσι το παιδί”, η ξαδέλφη, η γειτόνισσα, η καθαρίστρια, η περιπτερού και δε συμμαζεύεται). Όπως και νά ‘χει η ενασχόληση με το μωρό είναι βασικά απλή υπόθεση. Λόγω τιμής.

baby_care

Και απίστευτα υπέροχη. Τ’ ομολογώ: αυτό δε μού ‘χε ξανατύχει. Η αποτίμηση της πατρότητας με σχετικά πιο αντρικούς όρους; Φαντάσου τον ενθουσιασμό σου με ένα καινούργιο γκάτζετ. Πολλαπλασίασε το επί 100. Κάθε μέρα. Γιατί κάθε μέρα βλέπεις και κάτι καινούργιο. Κάθομαι και τη χαζεύω ώρες. Μου φαίνονται όλα τόσο συναρπαστικά! Ακόμα και το παραμικρό κάμωμά της. Οι γκριμάτσες. Η ανταπόκριση στο χάδι και την αγκαλιά. Τα μικροσκοπικά χεράκια που χαϊδεύουν τον αέρα και ξαφνικά με μια κάπως αδέξια κίνηση συναντιούνται και πιάνουν. Ο ύπνος στην αγκαλιά (η πιο γαλήνια εμπειρία της ζωής μου). Το βλέμμα που γίνεται όλο και πιο έντονο μέχρι που ένα πρωί με κοιτάει στα μάτια.

new-father

Κι έτσι σιγά σιγά όλα αλλάζουν. Η ζωή γλυκαίνει, γίνεται συχνά ονειρική. Αυτά τα γλυκά ματάκια γίνονται συνεχώς παράθυρα σ’ έναν καινούργιο κόσμο που ποτέ πριν δεν μπορούσα να φανταστώ, να νοιώσω ότι υπάρχει. Από τη μία ένα πλάσμα για το οποίο τίποτα δεν είναι δεδομένο κι όλα είναι πρωτόγνωρα. Το φώς, το χρώμα, το φύλλο του δέντρου, το νερό, το χάδι, η ζέστη, το κρύο, το φιλί, το σεντόνι, η χάρτινη πεταλούδα, ο παραμικρός θόρυβος, οι λέξεις, η μουσική, τ’ αρώματα και οι μυρωδιές. ΤΑ ΠΑΝΤΑ. Και από την άλλη εγώ να συνειδητοποιώ ότι τα μόνο που χρειάζεται αυτό το παιδί είναι λίγο φαγητό, να είναι καθαρό, να το αφήνεις να κοιμάται και να νοιώθει την ασφάλεια της παρουσίας και της αγάπης σου. Το αν αυτά συμβαίνουν σε τσαντίρι ή σε παλάτι είναι αδιάφορο. Το τι φοράω, τι αυτοκίνητο είναι παρκαρισμένο απ’ έξω, αν έχω λεφτά στην τράπεζα, αν είμαι διευθυντής ή εργάτης, όλα αδιάφορα. Όλη η ζωή, λίγο φαγητό και πολλή αγάπη. Και η ανταπόκριση στην αγάπη που δείχνουμε γίνεται όλο και πιο εμφανής, με ηρεμία και χαρά όταν είμαστε κοντά με ανησυχία και ενίοτε κλάμα όταν απομακρυνόμαστε.

Και οι μέρες περνούν μία-μία. Κι εκεί που όλα είναι υπέροχα και είμαι περήφανος για ό,τι έχω καταφέρει και ζω το όνειρο, σκάει το χαστούκι. Γιατί έρχεται εκείνη η μέρα που περιέγραψα στην αρχή. Μια μέρα καταραμένη. Γιατί εγώ πρέπει να γυρίσω το βλέμμα μου και να κλείσω πίσω μου την πόρτα. Να πάω στη “δουλειά”. Γιατί κάποιος άλλος θα ζήσει την κάθε στιγμή του παιδιού μου όταν εγώ θα λείπω. Γιατί τα νέα θα μου τα λένε, θα γίνομαι από αφηγητής, ακροατής. Γιατί δε θα είμαι συνέχεια δίπλα στο μοναδικό πλάσμα που με κάνει να χαμογελάω σα χαζο-ερωτευμένος όποτε φέρνω την εικόνα του στα μάτια μου. Δύσκολος χωρισμός. Πολύ δύσκολος. Και καθώς εξελίσσεται η επικοινωνία γίνεται όλο και δυσκολότερος. Με τι μυαλό να δουλέψεις; Σκέτη πανωλεθρία.

far_alone

Από τη μία εύχομαι να είχα ασχοληθεί λιγότερο, αλλά αμέσως έρχομαι στα συγκαλά μου. Πώς θα τα ξαναζούσα όλα αυτά;

Λυπάμαι τους πατεράδες που χάνουν αυτήν την ευκαιρία. Δεν καταλαβαίνω τις γυναίκες που βιάζονται να γυρίσουν στη δουλειά τους γιατί “δεν μπορούν άλλο”. Ζηλεύω τους γονείς που μπορούν να είναι συνέχεια με τα παιδιά τους. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ κι η γυναίκα μου. Δε μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη τύχη. Και όσοι μπορούν, οι πιο πλούσιοι άνθρωποι στον κόσμο. Μακράν.

ΤΕΛΟΣ! ΤΕΛΟΣ;

Σημ. Τη λέξη “Πανωλεθρίαμβος” τη δανείστηκα από τον τίτλο του ομώνυμου αυτοβιογραφικού βιβλίου του Κωνσταντίνου Τζούμα, εκδ. Καστανιώτη. Δεν έβρισκα κάτι πιο ταιριαστό για την περίπτωση…

ΠΑΙΔΙΟΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Πάει, έρχεται. Δε λέει πολλά κάτι σκόρπια συμβάντα αφηγείται πού και πού. Δεν ξέρω τι μαθαίνει. Δεν ξέρω ποιούς συναναστρέφεται. Ούτε τι λένε. Ούτε με τι παίζουνε. Ξέρω όμως με τι επιστρέφει σπίτι: με ιούς.

Έχουμε σακατεφτεί οικογενειακώς. Πάμε πιο συχνά στο φαρμακείο παρά για γάλα, μας έχουν μάθει με τα μικρά μας πια. Δεν προλαβαίνουμε να πάρουμε ανάσα. Τόσο που από το πολύ ξενύχτι και το τρέξιμο για τη φροντίδα των μικρών ασθενών, αρχίσαμε να κλατάρουμε κι εμείς. Πόσο ν’ αντέξεις όταν όλη μέρα τρέχεις μέσα σ´ ένα σπίτι που οι ιοί είναι περισσότεροι από τη σκόνη; Θα γίνει το κακό. Και το κακό με το κακό είναι ότι τα μικρά και με 40 πυρετό γελάνε και χοροπηδάνε. Ενώ εμείς με 5 δέκατα, χάνουμε τον κόσμο και παραμιλάμε. Σκέφτεσαι, αξίζει να πάρω και αυτήν την ασπιρίνη ή να καλέσω κατευθείαν το 166;

sick

Άκουγα στο παρελθόν για τον πρώτο δύσκολο χειμώνα του παιδικού και σκεφτόμουν από μέσα μου, “υπερβολές”! Πόσο χάλια μπορεί να ‘ναι; Τόσο που κανονικά η επιγραφή θα πρέπει να γράφει παιδιοικός σταθμός, το -ιοι- με έντονα κόκκινα γράμματα και το σήμα του κινδύνου από πάνω. Αν είχα εγώ σταθμό θα έβαζα τους γονείς να υπογράφουν στην αρχή της χρονιάς ότι δε φέρω καμμιά ευθύνη αν χάσουν τη δουλειά τους λόγω απουσιών, αν χωρίσουν επειδή δεν πρόλαβαν για κανένα τρίμηνο ν’ ανταλλάξουν κουβέντα ή αν κατηγορηθούν για εγκατάλειψη ανηλίκου επειδή το παιδί έβαλε μπουρλότο στο σπίτι όταν αυτοί κείτονταν ημιθανείς στο κρεββάτι.

Ομολογώ ότι ήμουν αισιόδοξος γιατί προσωπικά δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα με αρρώστιες όταν πρωτοπήγα σχολείο. Αλλά και τα παιδιά μια χαρά τα είχαν καταφέρει μέχρι τώρα και χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις. Μέχρι που αρχίσαμε τη συλλογή/ανταλλαγή με τα άλλα συνομήλικα της περιοχής. Πώς μαζευόμασταν εμείς στα διαλείμματα και αλλάζαμε κάρτες κι αυτοκόλλητα; Ε, αυτά ανταλλάσσουν τον ιό που έχουν με τον σούπερ γούαου καινούργιο που δεν έχουν και όλο χαρά μας τον κουβαλάνε σπίτι. Υπάρχουν ιοί για όλα τα γούστα: για λαιμό, για μπούκωμα, για συναχάκι, πάλι για λαιμό, για γαϊδουρόβηχα, για ακροαστικά, πνευμονίας, για μάτι, για το άλλο μάτι, με δέκατα, με πυρετό, με πολύ πυρετό, πάλι για λαιμό, με πυρετό “να το βάλουμε λίγο στο ψυγείο”, για αυτί, για στομάχι, για κοιλιά, για δύσπνοια, ξαναπάλι για λαιμό, για ανορεξία, για το άλλο αυτί. Η κάθε περίπτωση ξεχωριστά και σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς. Μετά απ’ όλ’ αυτά κοντεύω να πάθω ιοφοβία και να καταλήξω υποχόνδριος να κυκλοφορώ όλη μέρα με ιατρική μάσκα και ένα μπουκάλι οινόπνευμα στο χέρι.

Δεν είμαι σίγουρος ότι θα το γλυτώσω…