ΚΑΚΟΚΑΙΡΙ

Τι ζέστη! Νωρίς νωρίς. Αν συνεχίσει έτσι ο καιρός καήκαμε. Κυριολεκτικά. Είναι ωραία να είσαι σε μια παραλία και να ρουφάς τον ήλιο και μετά να νοιώθεις την ηδονή του δροσερού νερού να τρέχει πάνω στο ζεστό σου δέρμα, βουτώντας κάθε τόσο στο γαλάζιο θαλασσινό νερό. Τι ωραία! Είναι στιγμές που δε θες τίποτ’ άλλο…

Fade out (η εικόνα σβήνει)

Fade in (μια άλλη εικόνα εμφανίζεται)

Απρίλιος. Πόλη. 30 βαθμοί. Από τώρα; Την ατυχία μου. Αυτό που τουλάχιστον περιμένεις να συνοδεύει το Πάσχα. Λίγη ωραία συννεφιά, καμμιά βροχούλα να μυρίσει το χώμα, λίγη δροσιά. Πουθενά! Ξέρω ότι θ’ ακουστώ σαν το γκρινιάρικο Στρουμφάκι αλλά τη μισώ τη ζέστη. Μ’ εκνευρίζει να ψήνομαι σε κάθε μου μετακίνηση. Η ζέστη μου χαλάει τη διάθεση. Μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, η μόνη διάθεση που μου δημιουργεί είναι να μην κάνω τίποτα. Nada. Rien. Niente.

Δεν ξέρω τι ήμουνα στις προηγούμενές μου ζωές, αλλά θεωρώ τη λέξη καλοκαίρι ευφημισμό. Όταν δε, ακούω τους μετεωρολόγους να λένε ο καιρός θα χαλάσει και να εννοούνε βροχές, χιόνια και κρύο, μου γυρνάει το μάτι. Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται η βροχούλα, δηλαδή το νερό, χωρίς το οποίο δεν υπάρχει ζωή, κακός καιρός και καλός η λιακάδα και η ζέστη σε “πάνω από την εποχή επίπεδα”; Δηλαδή στη Σαχάρα είναι χαρά Θεού; Με ξεπερνάει.

Rain_ot_ocean_beach

Παρηγοριά πια μόνο στις φωτογραφίες. Αγαπημένο μου κακοκαίρι, πότε θα ξανάρθεις;

ΕΝΑ ΑΠΙΘΑΝΟ ΡΕΤΡΟ ΠΟΛΥΕΡΓΑΛΕΙΟ

“Ένα στυλό, ρε παιδιά.”

Περιμένοντας τις προάλλες να μπω σε μια συνάντηση χρειάστηκα ένα στυλό. Μια κοπέλα έβγαλε από την τσάντα της και μου προσέφερε ένα Parker. Το θυμάστε; Ήταν συνηθισμένο δώρο στα σχολικά χρόνια (τα δικά μου εννοείται). Μου έκανε μεγάλη εντύπωση καθώς είχα πάρα πολύ καιρό να δω κάποιον να κρατάει ένα. Απ’ ότι μου είπε και η ιδιοκτήτρια του, αν και αρκετά νεώτερη μου, από το σχολείο το είχε. Ήταν πάντα το “καλό” στυλό. Δεν μας άφηναν να το πέρνουμε στην τάξη για να μην το χάσουμε. Και η αλήθεια έιναι ότι όποτε το τολμούσαμε το Parker σχεδόν πάντα “εξαφανιζόταν”, συνήθως στο διάλειμμα. Και τότε αλίμονό μας…

Musical_Parker

Λίγες μέρες αργότερα μου δόθηκε η ευκαιρία να ξανακούσω μερικούς από τους παλιούς μου δίσκους (βινύλια). Και όταν ένας δίσκος δυσκολεύτηκε να μπει στην ακίδα του πλατώ, ξαναθυμήθηκα τον Parker. Αλλά αυτή τη φορά ως το ιδανικό εργαλείο για τη διάνοιξη της τρύπας των δίσκων (ξέρω ακούγεται κάπως αυτό!). Και όχι μόνο! Ήταν επίσης το ιδανικό εργαλείο και για το γύρισμα της κασέτας. Φράκαρε τέλεια στα δόντια και μπορούσαμε να προσπεράσουμε το διαφανές κομμάτι της αρχής που δε γραφόταν για να μη χάσουμε την αρχή του πρώτου τραγουδιού που θα εγγράφαμε. Απίθανο στυλό!

(Υποθέτω ότι όλα αυτά για τα παιδιά μας είναι σαν τις μανιβέλες των αυτοκινήτων που βλέπαμε εμείς στις ταινίες του βωβού ή κάτι τέτοιο.)

ΠΑΜΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ!

Όταν γράφεις για ή με αφορμή τα παιδιά σου, δε μπορεί παρά να μοιράζεσαι κυρίως όμορφες και θετικές στιγμές. Νομίζω ότι αυτό ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές στην χθεσινή πρώτη συνάντηση γονέων bloggers στα πλαίσια της εξαιρετικής πρωτοβουλίας διοργάνωσης των “Ψηφιακών Γειτονιών”.

Psifiakes_geitonies

Κι όμως πολλοί από εμάς ωθήθηκαν στην περιπέτεια του blogging εξαιτίας κάποιου στενάχωρου γεγονότος. Γιατί άραγε; Μάλλον γιατί την έκφραση την πυροδοτεί το συναίσθημα το πρόσημο του οποίου προφανώς δεν έχει και μεγάλη σημασία.

Το δεύτερο που κράτησα είναι ότι η ανταπόκριση των γύρω μας στα γραφτά μας σημαίνει ότι κάπως τους επηρεάζουμε, ότι είμαστε φορείς αλλαγής. Δεν το εννοώ με αυταρέσκεια, απλώς πιστεύω ότι είναι προαπαιτούμενο της αλλαγής η επικοινωνία. Και το αράδιασμα των σκέψεων και των συναισθημάτων μας σε μία “κόλα χαρτί” τι άλλο είναι από μία από τις πιο αυθεντικές μορφές επικοινωνίας; Ή μήπως από μόνο του ένα παιδί δεν είναι σπουδαίος φορέας αλλαγής; Έτσι ή αλλιώς λοιπόν τον αλλάζουμε τον περίγυρό μας. Πιθανόν ελάχιστα, ανεπαίσθητα, αλλά τον αλλάζουμε. Μεγάλη ευθύνη και εξίσου μεγάλη ευκαιρία.

Πηγαίνοντας λοιπόν παρακάτω και με αφορμή την εξαιρετική ομιλία του Τάσου Παγκάκη αλλά και από το ίδιο το γεγονός της συνάντησης μας, φαίνεται ότι μπορούμε, αν θελήσουμε και το επιδιώξουμε, να προκαλέσουμε ακόμα μεγαλύτερες αλλαγές γύρω μας. Τι και πώς; Πεδίον δόξης λαμπρό: ό,τι μας αφορά ως γονείς, ο,τι αφορά τα παιδιά μας είναι σχεδόν ό,τι αφορά όλη την κοινωνία μας στο παρόν και για το μέλλον.

Τέλος θα κρατήσω μία διοργάνωση που μια ομάδα ανθρώπων έφερε εις πέρας οπλισμένη μ’ ένα όνειρο, την πίστη, την όρεξη και την αφοσίωσή τους. Από μόνο του αυτό είναι ένα παράδειγμα του τι και πώς μπορούμε να πετύχουμε συνεργαζόμενοι και στοιχισμένοι σ’ έναν οποιονδήποτε κοινό στόχο.

Και μόνο γι αυτό τους αξίζουν συγχαρητήρια και ένα μεγάλο ευχαριστώ!

ENA KENO

Στο σπίτι μας, “ζούσε” πάντα και ένα ραδιόφωνο. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ακούω ραδιόφωνο. Στην αρχή ήταν το τεράστιο ρετρό, με τον βαθύ μπάσο ήχο που έπιανε μόνο μεσαία και βραχέα. Χάριν δε των βραχέων στο καντράν μπροστά από τη βελόνα ήταν γραμμένα τα ονόματα όλων των σημαντικών πόλεων της υφηλίου. Το πρώτο μάθημα γεωγραφίας. Μετά πήραμε το πρώτο ράδιο-κασετόφωνο, την ανάμνηση του οποίου διατηρώ πολύ ζωντανή στη μνήμη μου. Για πρώτη φορά, ό,τι άκουγα και μ’ άρεσε γινόταν κασέτα που έπαιζε ξανά και ξανά μέχρι να λιώσει. Ή μέχρι να τη μασήσει (η απόλυτη καταστροφή!). Ένα από τα καλύτερα δώρα που μου είχαν κάνει ήταν το πρώτο μου τρανζιστοράκι. Αλλά ακόμα και σήμερα στην ψηφιακή εποχή τέσσερα ραδιόφωνα στο σπίτι και άλλα δύο στα αυτοκίνητα συντροφεύουν τη μέρα μου από την ώρα που θ’ ανοίξω τα μάτια μου. Συχνά τ’ αφήνω να μουρμουράει ακόμα και στον ύπνο μου.

Θυμάμαι τη θεία Λένα. Θυμάμαι τη γιαγιά μου ν’ ακούει κάποια καθημερινή σειρά, (η σαπουνόπερα της εποχής) ίσως τη “Μικρή πικρή αγάπη”, με μία πολύ αντιπαθητική μουσική τίτλων. Χρόνια αργότερα έμαθα ότι ήταν το δεύτερο μέρος του εξαιρετικού κοντσέρτου του Aranjuez. Και τι δε θυμάμαι! Εμείς οι τυχεροί που είχαμε σχέση με τα νότια προάστια ακούγαμε ένα σταθμό παραπάνω, και τι σταθμό! Αυτόν της αμερικανικής βάσης. American Top 40, Wolfman Jack, και και και. Θυμάμαι τα μισάωρα των δισκογραφικών εταιρειών ελληνικών και ξένων, Λύρα, CBS, Polygram, Music-Box. Και φυσικά, από το 1975 και μετά, πάντα την ώρα του Γιάννη Πετρίδη, το Ποπ και το Ροκ Κλάμπ να μας μαθαίνει τα καλά καινούργια και να μας θυμίζει τα υπέροχα παλιά. Όσο γράφω τόσο θυμάμαι, θα μπορούσα να μιλάω ώρες για τις στιγμές της ζωής μου που μοιράστηκα και μοιράζομαι ακόμα παρέα με το ραδιόφωνο.

Από τότε που γέμισε η μπάντα των FM με σταθμούς, λίγοι ήταν και είναι αυτοί που ξεχωρίζουν μην παίζοντας συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, ελληνικά ή ξένα, καθ’ υπόδειξιν των εταιρειών. Ο ένας δυστυχώς έπαψε να εκπέμπει πια. Μιλάω για τον Best στους 92,6. Ήταν συνήθως ο σταθμός που άκουγα το πρωί και πολύ συχνά στο αυτοκίνητο. Πάντα ξεχώριζε ακόμα και τελευταία όταν απεργούσαν οι παραγωγοί κι έπαιζε μόνο μουσική. Ήταν κι έτσι ιδιαίτερος κι εξαιρετικός.

best

Τώρα είτε είναι θέση ψηφιακής μνήμης είτε περνάει πάνω από τη συχνότητα η βελόνα του αναλογικού, το κενό και η σιωπή είναι εκκωφαντικά. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό μοιάζει με δευτερολέπτων σιγή για ένα χαμένο φίλο. Έναν ιδιαίτερο φίλο, με τις οικείες φωνές των παραγωγών του και το ιδιαίτερο μουσικό του στίγμα απόντα. Ευτυχώς δεν είναι ο μοναδικός σταθμός με χαρακτήρα, είναι όμως αυτός που “έφυγε” πρώτος.

Εύχομαι να είναι ο τελευταίος. Ελπίζω ολόψυχα οι παραγωγοί του να βρουν τον τρόπο να ξαναδημιουργήσουν κάτι ανάλογο, δε χρειάζονται πάντα αφεντικά.

Μακάρι να γεμίσει το κενό στους 92.6, είναι ένα κενό ζωής.

Υ.Γ. Τις προάλλες η κόρη μου μου ζήτησε ένα ραδιόφωνο. Καταλαβαίνετε τη συγκίνησή μου!