Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ

Μετά τον πόλεμο, όλοι έτρεξαν να μετρήσουν θύματα, να τους κάνουν μνημεία. Για να θυμούνται όσους χάθηκαν. Για να θυμούνται το έγκλημα.

Holocaust_Memorial_in_Athens,_Greece

Εγώ όμως δε θέλω να θυμάμαι ούτε θύματα, ούτε εγκλήματα. Θέλω να θυμάμαι τον εγκληματία που όλοι κατηγορούν και καταδικάζουν. Αυτόν που με ικανοποίηση σχεδόν ηδονικά σκότωσε, βίασε, βασάνισε, έκαψε και κατέστρεψε. Γιατί μπορώ εύκολα να του μοιάσω. Γιατί κι εγώ ίδιος είμαι. Ένας κάποιος εγκληματίας. Μπορεί να μη μου φαίνεται, αλλά έτσι είναι. Το ξέρω. Απλώς έλειψαν μέχρι τώρα οι κατάλληλες συνθήκες.

Στον παρόντα χρόνο δεν έχω σκοτώσει με τα χέρια μου, όχι ακόμα. Δε χρειάστηκε. Μου αρκεί ν’ αδιαφορώ για τους άλλους. Δε μ’ ενδιαφέρει ποιος και αν έχει να φάει. Ούτε αν είναι άρρωστος. Ας πρόσεχε να είχε. Ευτυχώς δε πεθαίνουν πια οι άνθρωποι σκελετωμένοι στο δρόμο, όπως τότε. Αλλά μου τη σπάει αυτός που ψάχνει στα σκουπίδια. Τι ενοχλητική εικόνα. Αυτός ο αντιπαθητικός ξένος και τεντώνει το χέρι ανοιχτό, τι στο διάολο θέλει; Γιατί δεν καθόταν στ’ αυγά του; Αν ήμουν ξένος εδώ, αν οπλοφορούσα όπως τότε, αν το να γλιτώσω κάποιον από τη μιζέρια του δε σήμαινε τιμωρία, γιατί να μην τον απαλλάξω; Αν φοβόμουνα ότι μπορεί να με σκοτώσει πρώτος, σίγουρα θα τον ξέκανα με το παραμικρό. Έχοντας ήδη σκοτώσει εχθρό στη μάχη, γιατί όχι και τους ομοίους του; Τους βλέπω όλους πως με κοιτάνε. Κι αυτοί εχθροί δεν είναι; Γιατί όχι κι άλλον έναν, άλλους δέκα ή εκατό; Στο κάτω-κάτω διαταγές θα εκτελούσα. Γιατί να μη δείξω ζήλο στους ανωτέρους μου; Γιατί να μη δείξω στους ομοίους μου πόσο πιο “γενναίος” είμαι; Πιο εφευρετικός στην καταστροφή; Πιο αποτελεσματικός στην εξόντωση;

Japanese_bayonet_practice_with_dead_Chinese_near_Tianjin

Και δε χρειάζεται να ήμουν ξενόφερτος. Αν είχα το ελεύθερο, τώρα που μιλάμε, θα τέλειωνα με το βλαμμένο σκυλί του γείτονα. Με τον κάθε βλάκα που μου κλέβει την προτεραιότητα στο δρόμο και τη θέση μου στην ουρά. Θα καθάριζα επιτέλους την κοινωνία από τον κάθε εγκληματία, τους ενοχλητικούς, αυτούς που μου τη σπάνε. Που δε μας αφήνουν να ζήσουμε όπως εμείς ξέρουμε ότι πρέπει. Αυτούς που δηλητηριάζουν με σαχλαμάρες τα παιδιά μας. Τους αντιπάλους με τις γελοίες ιδέες τους που δε βλέπουν την αλήθεια. Αχ! πόσο εύκολα θα ξεμπέρδευα μαζί τους. Θα μπορούσαμε επιτέλους να ζούμε σε μια χώρα που δε θα χώραγε και δε θα έμενε κανείς ξένος. Κι αν χρειαζόταν θα μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο και στους εχθρούς μας στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, πάντα με τα όπλα. Έτσι δε θα κινδυνεύαμε από όλους αυτούς τους υπανάπτυκτους βαρβάρους, με τις άλλ’ αντ’ άλλων θρησκείες και συνήθειες τους. Ούτε από τον κάθε απροσάρμοστο περιθωριακό.

Δε με αναγνωρίζετε;

behind-the-mask

Κάποιος σαν κι εμένα ήταν εδώ όταν μάζευαν το γείτονα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και δε “σήκωσε καν το κουρτινάκι” να δει τι συμβαίνει. Κάποιος ίδιος είναι που κόβει με δεξιοτεχνία το κεφάλι του ομήρου του. Που έχει “ξεκαθαρίσει” τους πολιτικούς του αντιπάλους, πραγματικούς και φανταστικούς σε εξορίες, κάτεργα, φυλακές και κέντρα αναμόρφωσης. Που κρατάει το μαχαίρι των γενοκτονιών. Ο βασανιστής της κάθε χούντας. Ο φύλακας της θρησκευτικής, εθνικής και φυλετικής καθαρότητας, ο κάθε Ιεροεξεταστής, Ναζιστής, Κου Κλουξ Κλαν. Αυτός που γεμίζει ομαδικούς τάφους. Αυτός που “εξαφανίζει” ενοχλητικούς φοιτητές όπου κι αν χρειάζεται. Αυτός που αύριο, όπως τις προάλλες, θα πάει στο σχολείο του να θερίσει συμμαθητές και δασκάλους.

Είμαι εγώ, ναι εγώ, που πολεμάω κάθε μέρα, κάπου, κάποιον που πρέπει να πεθάνει γιατί δεν είναι ίδιος με τα μούτρα μου, γιατί δε μου αρέσουν τα δικά του, γιατί δεν πιστεύει ό,τι κι εγώ. Γιατί του αξίζει. Άλλοτε είμαι Ευρωπαίος, άλλοτε Ασιάτης, άλλοτε Αμερικάνος, άλλοτε Αφρικανός. Άλλοτε επαναστάτης, άλλοτε πατριώτης, άλλοτε προδότης. Άλλοτε στρατιώτης, άλλοτε πολίτης. Άλλοτε χριστιανός, άλλοτε ιουδαίος, άλλοτε μουσουλμάνος, άλλοτε ταμίλ. Είμαι παντού και από πάντα. Είμαι ο Κάιν. Είμαι εγώ που και σήμερα συνεχίζω απτόητος τα “επιστημονικά” πειράματα σε ανύποπτους, συνεχίζοντας το έργο του Μέγκελε, ακόμα και σε ανήμπορους, ακόμα και σε παιδιά.

Mass_grave_killing_fields

Ήμουνα κι εγώ κάποτε παιδί. Θυμάμαι πόσο μου άρεσε να παίζω και να γελάω. Ζήταγα την αγάπη των γονιών και των αδελφών μου. Τον έπαινο του δασκάλου μου. Δε μου άρεσε όταν αρρώσταινα ούτε όταν πείναγα ή δίψαγα. Δε μ’ ενδιέφερε τι φόραγα ούτε αν είχα λεφτά. Μόνο να παίζω με τ’ άλλα παιδιά, όπου νά ‘ναι. Ξέρεις, μπορείς να παίξεις παντού. Ακόμα και στα χαλάσματα και στα νεκροταφεία. Σε θολά νερά και σκουπιδότοπους. Με κάτι θα βρεις να παίξεις. Κι αν δεν υπάρχουν άλλα παιχνίδια, μια μπάλα και μια κούκλα φτιάχνονται με δυο κουρέλια, στο πι και φι. Λίγο χώμα, λίγη άμμος φτάνει να χτίσεις πύργους. Να ονειρευτείς ένα γεμάτο στάδιο, μια οικογένεια, παλάτια. Και όλο και κάποιον θα βρεις να τα μοιραστείς.Ήθελα μεγαλώνοντας να γίνω κάτι καλό και σπουδαίο.

Kids_playing

Μετά μου έδειξαν τον Βάρβαρο, το Γέρο, το Γύφτο, τον Τρελό, τον Πούστη, το Κομμούνι, τον Μελαμψό, το Φασισταριό, την Κουτσομπόλα, τον Χλεμπονιάρη, τον Κινέζο, τον Τουρκαλά, τον Εβραίο, τον Κακό Γείτονα, το Μπάτσο, τον Κακό Συγχωριανό, τον Βλαμμένο, τον Βούλγαρο, τον Οροθετικό, τον Συμμορίτη, τον Σκατοταρίφα, το Πρεζόνι, το Καθυστερημένο, την Κακάσχημη, τον Αλβανό, τον Γερμαναρά, τον Άραβα, την Πουτάνα, τον Πλούσιο, τον Φτωχό, το Μογγολάκι, τον Βρώμικο, τον Άστεγο, τον Καράβλαχο, τον Μουσουλμάνο, τον Αράπη, τον Άσχημο, το Βουτυρόπαιδο, τον Δοσίλογο, τον Σπασίκλα, το Αμερικανάκι, τον Κουτόφραγκο, τον Γυαλάκια, τον Καραβανά, τη Χοντρέλα, τον Ψωριάρη, τον Κοντοστούπη, τον Μπάσταρδο, τον Φυλακόβιο. Μου φαίνεται ότι μου τους έδειξαν όλους γύρω μου. Ο καθένας κάτι είχε, εκτός από εμένα. Μόνο εγώ τελικά έμεινα ο απολύτως σωστός. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους “άλλους” τους επικίνδυνους και τους διαφορετικούς, έμεινα μόνος και φοβισμένος.

Όταν μου έδωσαν το όπλο να υπερασπιστώ τον τόσο μικρό και στενό μου κόσμο, ήταν τόσο λυτρωτικό. Μπόρεσα να σηκώσω το κεφάλι μου, κατάφερα επιτέλους ν’ ανασάνω. Να κερδίσω αέρα για μένα βγάζοντας αυτούς τους “άλλους”, τους απέναντι, από τη μέση. Νοιώθω εντάξει με τον εαυτό μου. Ότι έκανα, ότι κάνω και ότι θα κάνω δεν είναι μόνο για μένα. Πολεμάω για τη οικογένειά μου, για το κόμμα μου, για τη συμμορία μου, για τη χώρα μου, για τη θρησκεία μου.

Καμμιά φορά όταν θυμάμαι εκείνο το παιδί, ξεχνάω ποιος πραγματικά είμαι. Γι αυτό θέλω ένα μνημείο αφιερωμένο σ’ εμένα. Το μνημείο του θύτη. Έναν σκληρό καθρέφτη να κοιτάζομαι μέσα σε κάθε ευκαιρία. Να μου θυμίζει το κτήνος που κρύβει η ψυχή μου. Ναι! εμένα του καλού, κοινού, καθημερινού ανθρωπάκου.

Looking_at_the_mirror

Μέσα στον καθρέφτη, βλέπω κι εσένα.

Advertisements

ΤΟ ΚΟΥΒΑΔΑΚΙ

Η ώρα της πολυαναμενόμενης αναχώρησης. Το πρώτο διάλειμμα διακοπών και θάλασσας. Μαζί κι η συνήθης αγωνία του πώς θα χωρέσει το μισό νοικοκυριό μας σε ένα πορτμπαγκάζ. Βλέπεις, πολύ μικρά ακόμα τα παιδιά και πρέπει να προβλέψεις “για παν ενδεχόμενο”. Πώς χιόνισε δηλαδή κάποτε στην έρημο μέσα στο κατακαλόκαιρο; Κι αν σου τύχει; Κι εκεί που έχουν χωρέσει όλα, νάσου κι εμφανίζεται η σακούλα με τα κουβαδάκια… Βλαστημάω στα κρυφά κι αρχίζω τα μαγικά για να χωρέσει ΚΑΙ το χαζο-κουβαδάκι.

bucket_on_the_sand

Αχ, αυτό το κουβαδάκι..

Μπορεί να περάσει ώρες γεμίζοντας κι αδειάζοντάς το με νερό και άμμο στην άκρη της θάλασσας. Σοβαρός και προσηλωμένος αλλά χαρούμενος. Νοιώθοντας το βάρος να αλλάζει, ακούγοντας το νερό να τρέχει, ανακατεύοντας τις πετρούλες σε ένα ιδιότυπο πλυντήριο. Ξανά και ξανά και ξανά.

Αυτός με το κουβαδάκι, είναι το ίδιο πλάσμα που με κρατάει τυλίγοντας το μικρό του χεράκι του γύρω από το δάχτυλο μου. Που με ακολουθεί παντού κι αν με χάσει από τα μάτια του ψάχνει με αγωνία να με βρει. Που όταν συναντάει το βλέμμα μου χαμογελάει. Που με αφήνει να το αγκαλιάζω. Όσες φορές θέλω κι οπότε μπορεί ανταποδίδει μ’ ένα τρυφερό ακούμπημα γύρω από το λαιμό μου. Είναι μαζί μου. Είμαι ο κόσμος του.

Father_and_son_beach

Μετά σκέφτομαι την ώρα που το κουβαδάκι δε θα του λέει τίποτα, άραγε εγώ θα του λέω κάτι; Ο κόσμος του θα είναι άλλοι. Δε θα μου κρατάει το χέρι. Θα χάσω για πάντα τη χαμογελαστή μουρίτσα που ξεπροβάλλει από κάθε γωνιά και πόρτα. Την αγωνία ν’ ανταποδώσει μια αγκαλιά. Τη λαχτάρα να είμαι μάρτυρας σε κάθε του βήμα, σε κάθε του μικρό ή μεγάλο κατόρθωμα. Θα ξεμακραίνει χωρίς να κοιτάει πίσω αν είμαι εκεί κι αν το βλέμμα μου τον ακολουθεί.

Μετανοιώνω για τις βλαστήμιες, εύχομαι να πετάγετε μπροστά μου το απρόσκλητο κουβαδάκι για όσο πιο πολύ γίνεται και υπόσχομαι να υπάρχει πάντα μια θέση γι αυτό και στο αυτοκίνητο και στην καρδιά μου.

 

13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Πριν ακριβώς δυο χρόνια…

Σάββατο. Βραδάκι. Μερικές αναπνοές ακόμα μακριά από το τέλος.

Λίγες ώρες πριν, η τελευταία της λέξη, ένα εξουθενωμένο αλλά ειλικρινές “ευχαριστώ”. Για την ακρίβεια “παιδιά μου, σας ευχαριστώ”. Τώρα σιωπή. Δε θα μάθω ποτέ τι πίστευε ότι μου όφειλε εκείνη που της χρωστάω μια ολόκληρη ζωή.

Άλλη μια ένεση που δε θα άλλαζε τίποτα, η ιατρική είχε τελειώσει.

time_flies

Δεν ήθελα ν’ αλλάξει τίποτα. Δεν υπήρχε λόγος να αλλάξει τίποτα. Η ζωή ήταν σωστή και γεμάτη. Με πολύ δόσιμο. Στο σύντροφο μιας ζωής, σ’ εμάς τα παιδιά που στάθηκε πάντα μα πάντα δίπλα μας, σε καλομαγειρεμένο φαγητό, σε ένα εξαιρετικό σπιτικό, σε φίλους πιστούς. Μπορείς να διακρίνεις μια θλιμμένη ομορφιά χλωμού κοριτσιού στον οριστικό αποχαιρετισμό.

Η αναπνοή σταματάει… Απόλυτη ηρεμία. Λόγια δε βγαίνουν, δεν υπάρχει και τίποτα για να ειπωθεί. Είναι καθηλωτικό το δέος μπροστά στα μεγάλα της ζωής, αυτά που μόνο να τα νοιώσεις μπορείς. Δεν έχουν εικόνα, δεν περιγράφονται. Ένα φευγιό τόσο απλό, όσο ενός πουλιού που μ’ ένα δυνατό φτερούγισμα αφήνει το κλαδί και χάνεται στον ορίζοντα για πάντα.

Εκείνη την ίδια στιγμή, την ίδια ώρα, μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από εκεί που μία διαδρομή τελείωνε, ξεκίναγε η γιορτή ενός νέου κοριτσιού για το τέλος του σχολείου, την αρχή του πανεπιστημίου, την αρχή της ενήλικης ζωής. Εκείνη την ίδια μέρα που η γιαγιά έφευγε, η εγγονή έκλεινε τα 18 και γιόρταζε. Τέλος και αρχή πιασμένα χέρι-χέρι.

Ο μαγικός τρόπος της ζωής να συνεχίζεται θριαμβεύτρια.

candles

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΑΓΚΑΚΙ*

Shoes_of_man_lying_on_bench

Ένα παγκάκι για κρεββάτι. Δεν είναι το κρύο κι η ζέστη. Δεν είναι τα κουνούπια. Δεν είναι ο θόρυβος σε μια κρεβατοκάμαρα γεμάτη φωνές περαστικών, κορναρίσματα και ήχο διερχόμενων μηχανών.

Είναι η σκληράδα του, που κάνει ακόμα και τη ραφή του ρούχου ανάμεσα στο κορμί και το σκληρό ξύλο, βασανιστικό καρφί στο νεύρο.

Δεν είναι πιο αναπαυτικό από το χώμα. Απλά δε θα σε τρυπήσει η υγρασία, δε θα σε περπατήσουν τα έρποντα. Ίσως να είναι και κάπως πιο καθαρό. Ή λιγότερο βρώμικο για να είμαστε πιο ακριβείς.

Πώς να ησυχάσεις όταν ο καθένας μπορεί να σου πάρει τα λίγα σου. Εκτός αν είσαι από τους ελάχιστους που αποφάσισαν να ζουν χωρίς τίποτα. Αλλιώς όλα είναι περιουσία δυσαναπλήρωτη. Έστω κι αν είναι τα σκουπίδια αλλονών.

Αλλιώς κι ο ουρανός και τα φυλλώματα από πάνω σου πλάκωμα είναι. Θυμίζουν ότι το βλέμμα χάνεται στο άπειρο γιατί δεν έχει που να σταματήσει. Σε κανένα αγαπημένο πρόσωπο, σε κανένα συνομιλητή, σε κανένα χαμόγελο. Ούτε μπορεί να κουρνιάσει στις γωνιές ενός δωματίου.

Είσαι “ελεύθερος” γιατί δε μπορείς να κάνεις αλλιώς.

 

*This is a bench. Μια καμπάνια στο μακρινό Βανκούβερ εδώ.

 

 

 

Η ΖΩΗ ΑΛΛΟΥ

Άνθρωποι σκυφτοί, σκυθρωποί κυκλοφορούν παντού. Διασταυρώνονται και συνεχίζουν, ο καθένας μόνος του. Κλεισμένος στο κορμί του.

bend

Αισθάνονται απογοητευμένοι; Λυπημένοι; Χαμένοι; Παραιτημένοι; Ποιος ξέρει…

Άραγε πλατσούρισαν ποτέ γελώντας σ’ ένα λάκκο με νερά; Συγκινήθηκαν ακούγοντας μουσική; Τραγούδησαν παρέα μεθυσμένοι; Αγκαλιάστηκαν ζεστά; Αγκαλιάστηκαν υγρά; Χάζεψαν τον κόκκινο ήλιο στην άκρη του ορίζοντα; Στάθηκαν να θαυμάσουν μια ζωγραφιά; Κέρδισαν σ’ ένα παιχνίδι; Σ’ έναν αγώνα; Χόρεψαν μέχρι να τους σωθεί η ανάσα; Κράτησαν ένα χέρι; Ενα βλέμμα; Έκλεισαν τα μάτια για να ρουφήξουν τη μυρωδιά ενός λουλουδιού; Μάλλον, αλλά φαίνεται ότι το έχουν πια ξεχάσει.

Σίγουρα ονειρεύτηκαν κάποτε. Ίσως μόλις χθες. Ίσως πριν λίγο χαμένοι στο διαφανές χρώμα ενός πιοτού ή στην ομίχλη του καπνού τους.

Και τώρα περπατάνε. Περπατάνε κοιτάζοντας τα βήματα τους. Με χαμηλωμένο το κεφάλι. Δεν έχουν ανάγκη να κοιτάξουν μπροστά, μόνο κάτω. Σα να μην πηγαίνουν πουθενά. Σαν απλώς να κυλάει η γη κάτω από τα πόδια τους, όπως ο διάδρομος κάτω από τα πόδια του αθλητή.

movement

Ναι, αλλά κοίτα: Προχωράνε! Βάζουν το ένα πόδι μετά το άλλο. Αχ, μακάρι να ξέρανε πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν. Σ’ ένα αλλού που μπορεί να είναι το άλλο πεζοδρόμιο, η άλλη άκρη της πόλης ή η άλλη άκρη της γης. Τι σημασία έχει; Ένα βήμα τη φορά αρκεί. Μέχρι να φτάσουν εκεί που θα ξαναβρούν τη ζωή.