IRMA LA DOUCE

Χτύπημα του ποδιού στα πλακάκια και παλαμάκι.

“Σπίτι σου γρήγορα!” στο σκύλο. “Μάζεψε το “γιο”σου!” σε μένα.

Απευθυνόμενη σε όλους τους κατοίκους του σπιτιού, δίποδους και τετράποδους: “Δε με λυπάστε; Εσείς παίζεται κι εγώ βασανίζομαι.” Κι όλα αυτά επειδή ο σκύλος, αγνοώντας το μόλις πλυμένο διάδρομο της αυλής και τα σκαλιά του μπαλκονιού, πέρασε αφήνοντας παντού αποδείξεις. Αποτυπώματα με κοκκινόχωμα από τα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές.

Ο “γιος” μου, ο πρώτος σκύλος μας, ήταν στην πραγματικότητα δώρο στους γονείς μου σε μια επέτειό τους. Ήθελα να αισθάνονται και να είναι λίγο περισσότερο ασφαλείς, ζώντας σε μονοκατοικία. Και η αλήθεια είναι ότι ο Μόργκαν, ένα μεγαλόσωμο σχετικά γερμανικό ποιμενικό, μπορούσε να σου κόψει το αίμα. Μέχρι τουλάχιστον να καταλάβεις ότι το μεγαλύτερο πάθος του δεν ήταν η φύλαξη σπιτιού και αφεντικών αλλά να φέρνει πίσω κουκουνάρια που τα μάσαγε μέχρι αφανισμού. Κάποτε αρρώστησε και μας άφησε. Πολύ έντονος αποχωρισμός. Το πρώτο μου πένθος.

Μετά από λίγους μήνες όμως, κάποιος καλοθελητής, εγκατέλειψε στην αυλή δυο αδελφάκια, αρσενικό-θηλυκό, προφανώς σε μια κρίση παραλογισμού που ξεφορτώνεσαι μεν μια γέννα, πετώντας όμως σε κάποιον άλλον το μπαλάκι της ευθύνης για την περαιτέρω επιβίωση των μικρών. Τέλος πάντων ο μικρός χαρίστηκε σχετικά γρήγορα και μας έμεινε αμανάτι το θηλυκό που φαινόταν όμως πολύ πιο έξυπνο από τον αδελφό της. Δήλωσα ευθύς εξαρχής ότι δεν πρόκειται να το αναλάβω και θα το κρατάγαμε μόνο αν το ήθελαν οι γονείς μου. Αλλιώς θα συνέχιζα τις προσπάθειες υιοθεσίας.

Irma

Νομίζω ότι η Ίρμα κέρδισε περισσότερο η ίδια την παραμονή της παρά της χαρίστηκε. Ένα πολύ ζωηρό αλλά ήπιο, καλό, και ξύπνιο σκυλί. Ο πατέρας μου την είχε στα πόδια του, τις άπειρες ώρες που χανόταν στο υπόγειο βασίλειο του, μαστόρευε ή φρόντιζε τον κήπο. Η μητέρα μου τη φώναζε απ’ όποια μεριά του σπιτιού καθόταν για να την βλέπει και να τη συντροφεύει. Και πού και πού τη βάζαμε κανένα χειμωνιάτικο απόγευμα πίσω από την πόρτα να κάτσει μαζί μας. Τότε κοιμόταν ευτυχισμένη, κουλουριασμένη στο “σεντόνι” της μέχρι ν’ ακούσει κάτι που για κείνη ήταν κάλεσμα να πεταχτεί έξω ή μέχρι να έρθει η ώρα να πάμε εμείς για ύπνο κι εκείνη να πάρει αδιαμαρτύρητα το δρόμο για το σπίτι της. Δεν άφηνε κανέναν να περάσει χωρίς έλεγχο, συμμετείχε με θέρμη στους συναγερμούς τις γειτονιάς όταν βόλταρε στο δρόμο άλλο σκυλί και κυνηγούσε με ευλάβεια τις γάτες. Τα περάσματά της καλά χαραγμένα στον κήπο, μονοπάτια παράλληλα με τις μάντρες ή τους τοίχους και διαγώνια. Εκεί δε φύτρωνε ποτέ τίποτα και το χώμα γινόταν πούδρα.

Κάποτε εμφανίστηκε ένα μικρό κορίτσι, ίδιο μπόι με ην Ίρμα και είπε “Ίμα, έλα!”. Ήταν η πρώτη φράση του κοριτσιού. Κι από τότε η επίσκεψη στη Γλυφάδα σήμαινε περισσότερο αντάμωμα με την Ίρμα παρά με τη γιαγιά.

Ο καβγάς για τις πατημασιές συνεχίστηκε, όμως όλο και πιο αραιά καθώς τα μπαλκόνια κι οι αυλές καθαρίζονταν όλο και πιο σπάνια. Η παρέα της Ίρμας όλο και μίκραινε. Πρώτα έφυγε ο μπαμπάς. Μετά μετακόμισα εγώ… Ύστερα ήρθε και η σειρά της μαμάς να φύγει κι έτσι η Ίρμα έμεινε ολομόναχη στο σπίτι κανενός. Ευτυχώς μια καλή γειτόνισσα, ανέλαβε με χαρά να τη φροντίζει.

Πέρναγε ο καιρός. Τ’ απομεινάρια μιας ζωής που είχε να μασήσει (λάστιχα ποτίσματος, πατάκια, πλαστικές γλάστρες, σκούπες, παντόφλες) κάποτε σώθηκαν. Ο χρόνος έγινε δαγκωματιές και τα διέλυσε όλα. Δεν έμεινε άλλο τίποτα. Ούτε ν’ ακούει πολυ-χρειαζόταν, το κουδούνι δε χτύπαγε πια, κλειδιά δε γυρίζαν στην πόρτα. Μην έχοντας τι να κάνει αποφάσισε κι η Ίρμα να σταματήσει να τρέχει πάνω κάτω και να λερώνει τις έρημες αυλές και τα άπλυτα από καιρό μπαλκόνια. Για πάντα.