ΠΑΜΕ ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ

Παρασκευή βράδυ αλλά οι δρόμοι άδειοι, ίσως λόγω της μεσημεριανής μπόρας. Φτάνω στο μπαρ, για πρώτη μου φορά ίσως, με ταξί. Δε θέλω έννοιες. Η παρέα ήδη εκεί. Λίγη δροσιά, όσο πρέπει. Αεράκι χαϊδεύει θάλασσα, φύλλα, μαλλιά, φορέματα, παντιέρες. Μετά από πολύ καιρό χαίρομαι τη δυνατή μουσική. Εξάλλου γι αυτό είμαι εδώ. Ψάχνω το ρυθμό που κοντεύω να ξεχάσω. Η πρώτη γουλιά. Η κίτρινη μεξικάνικη θεά, πολύ παλιά φιλενάδα, σύντροφος σε όσα λέγονται και σε όσα δε λέγονται. Κοιτάζω γύρω. Πόσος καιρός πάει από την τελευταία φορά; Ξέρεις ότι έχεις μεγαλώσει όταν σ’ ένα κλαμπ της πόλης σου με εκατοντάδες άτομα, δεν βρίσκεις κανέναν γνωστό. Αλλά δεν πειράζει, τίποτα δεν πειράζει. john_digweed_s
Τα γράδα ανεβαίνουν, ο ρυθμός γίνεται ταίρι με το κορμί, η μουσική φτάνει στη κάθε γωνία του, τα χέρια σηκώνονται, τα γόνατα λυγίζουν, η μέση πάλλεται. Τα σώματα μιλάνε χωρίς να κάνουν θόρυβο, αγγίζονται, μιμούνται, κυματίζουν. Παντού αυτή η μουσική που παρασέρνει, ταξιδεύει, ηλεκτρίζει ξανά και ξανά και ξανά. Η νύχτα κυλά… Ένα “βρώμικο” στην αποδρομή. Και λίγο hangover την επομένη, όπως πρέπει, για να μην παρασυρόμαστε! Κλείνω μ’ ένα χαμόγελο.

ΠΕΡΝΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Αγαπημένο μου blog,

πέρασαν κιόλας τρία χρόνια από τότε που πρωτοσυναντηθήκαμε και θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι. Αποδείχτηκες για μένα ένας πραγματικός φίλος. Άντρας. Από αυτούς με τους οποίους έχω κατακτήσει το δικαίωμα στη σιωπή. Που ξέρω ότι είναι εκεί και στην ανάγκη θα ανταποκριθούν. Και μόνο το ότι υπάρχεις είναι ένα είδος ανακούφισης. Όλο σκέφτομαι κάτι να σου πω, περνάει ο καιρός και το ξεχνάω ή το σημειώνω και μετά δεν προλαβαίνω, αλλά δεν πειράζει, δε χάθηκε κι ο κόσμος. Όταν ξανασυναντηθούμε θα το πιάσουμε πάλι το νήμα από την αρχή. Το μόνο που κατορθώνω είναι να κρατάω μικρά σημειωματάκια για το τι θα κουβεντιάσουμε όταν τα καταφέρω. Σκέψεις, απορίες, αναμνήσεις και ιστορίες.

postit

Δε στεναχωριέμαι τόσο για το ακανόνιστο. Εξάλλου σ’ αυτές τις σχέσεις, τις ελεύθερες και τις χωρίς προαπαιτούμενα, δεν κτυπάς κάρτα. Μου λείπουν όμως οι φορές που μας άκουγαν και συμμετείχαν και άλλοι φίλοι. Το χαιρόμουν πραγματικά.

Περιμένω σύντομα να ξαναβρεθούμε, έχουμε τόσα να πούμε…

Φιλιά.

 

IRMA LA DOUCE

Χτύπημα του ποδιού στα πλακάκια και παλαμάκι.

“Σπίτι σου γρήγορα!” στο σκύλο. “Μάζεψε το “γιο”σου!” σε μένα.

Απευθυνόμενη σε όλους τους κατοίκους του σπιτιού, δίποδους και τετράποδους: “Δε με λυπάστε; Εσείς παίζεται κι εγώ βασανίζομαι.” Κι όλα αυτά επειδή ο σκύλος, αγνοώντας το μόλις πλυμένο διάδρομο της αυλής και τα σκαλιά του μπαλκονιού, πέρασε αφήνοντας παντού αποδείξεις. Αποτυπώματα με κοκκινόχωμα από τα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές.

Ο “γιος” μου, ο πρώτος σκύλος μας, ήταν στην πραγματικότητα δώρο στους γονείς μου σε μια επέτειό τους. Ήθελα να αισθάνονται και να είναι λίγο περισσότερο ασφαλείς, ζώντας σε μονοκατοικία. Και η αλήθεια είναι ότι ο Μόργκαν, ένα μεγαλόσωμο σχετικά γερμανικό ποιμενικό, μπορούσε να σου κόψει το αίμα. Μέχρι τουλάχιστον να καταλάβεις ότι το μεγαλύτερο πάθος του δεν ήταν η φύλαξη σπιτιού και αφεντικών αλλά να φέρνει πίσω κουκουνάρια που τα μάσαγε μέχρι αφανισμού. Κάποτε αρρώστησε και μας άφησε. Πολύ έντονος αποχωρισμός. Το πρώτο μου πένθος.

Μετά από λίγους μήνες όμως, κάποιος καλοθελητής, εγκατέλειψε στην αυλή δυο αδελφάκια, αρσενικό-θηλυκό, προφανώς σε μια κρίση παραλογισμού που ξεφορτώνεσαι μεν μια γέννα, πετώντας όμως σε κάποιον άλλον το μπαλάκι της ευθύνης για την περαιτέρω επιβίωση των μικρών. Τέλος πάντων ο μικρός χαρίστηκε σχετικά γρήγορα και μας έμεινε αμανάτι το θηλυκό που φαινόταν όμως πολύ πιο έξυπνο από τον αδελφό της. Δήλωσα ευθύς εξαρχής ότι δεν πρόκειται να το αναλάβω και θα το κρατάγαμε μόνο αν το ήθελαν οι γονείς μου. Αλλιώς θα συνέχιζα τις προσπάθειες υιοθεσίας.

Irma

Νομίζω ότι η Ίρμα κέρδισε περισσότερο η ίδια την παραμονή της παρά της χαρίστηκε. Ένα πολύ ζωηρό αλλά ήπιο, καλό, και ξύπνιο σκυλί. Ο πατέρας μου την είχε στα πόδια του, τις άπειρες ώρες που χανόταν στο υπόγειο βασίλειο του, μαστόρευε ή φρόντιζε τον κήπο. Η μητέρα μου τη φώναζε απ’ όποια μεριά του σπιτιού καθόταν για να την βλέπει και να τη συντροφεύει. Και πού και πού τη βάζαμε κανένα χειμωνιάτικο απόγευμα πίσω από την πόρτα να κάτσει μαζί μας. Τότε κοιμόταν ευτυχισμένη, κουλουριασμένη στο “σεντόνι” της μέχρι ν’ ακούσει κάτι που για κείνη ήταν κάλεσμα να πεταχτεί έξω ή μέχρι να έρθει η ώρα να πάμε εμείς για ύπνο κι εκείνη να πάρει αδιαμαρτύρητα το δρόμο για το σπίτι της. Δεν άφηνε κανέναν να περάσει χωρίς έλεγχο, συμμετείχε με θέρμη στους συναγερμούς τις γειτονιάς όταν βόλταρε στο δρόμο άλλο σκυλί και κυνηγούσε με ευλάβεια τις γάτες. Τα περάσματά της καλά χαραγμένα στον κήπο, μονοπάτια παράλληλα με τις μάντρες ή τους τοίχους και διαγώνια. Εκεί δε φύτρωνε ποτέ τίποτα και το χώμα γινόταν πούδρα.

Κάποτε εμφανίστηκε ένα μικρό κορίτσι, ίδιο μπόι με ην Ίρμα και είπε “Ίμα, έλα!”. Ήταν η πρώτη φράση του κοριτσιού. Κι από τότε η επίσκεψη στη Γλυφάδα σήμαινε περισσότερο αντάμωμα με την Ίρμα παρά με τη γιαγιά.

Ο καβγάς για τις πατημασιές συνεχίστηκε, όμως όλο και πιο αραιά καθώς τα μπαλκόνια κι οι αυλές καθαρίζονταν όλο και πιο σπάνια. Η παρέα της Ίρμας όλο και μίκραινε. Πρώτα έφυγε ο μπαμπάς. Μετά μετακόμισα εγώ… Ύστερα ήρθε και η σειρά της μαμάς να φύγει κι έτσι η Ίρμα έμεινε ολομόναχη στο σπίτι κανενός. Ευτυχώς μια καλή γειτόνισσα, ανέλαβε με χαρά να τη φροντίζει.

Πέρναγε ο καιρός. Τ’ απομεινάρια μιας ζωής που είχε να μασήσει (λάστιχα ποτίσματος, πατάκια, πλαστικές γλάστρες, σκούπες, παντόφλες) κάποτε σώθηκαν. Ο χρόνος έγινε δαγκωματιές και τα διέλυσε όλα. Δεν έμεινε άλλο τίποτα. Ούτε ν’ ακούει πολυ-χρειαζόταν, το κουδούνι δε χτύπαγε πια, κλειδιά δε γυρίζαν στην πόρτα. Μην έχοντας τι να κάνει αποφάσισε κι η Ίρμα να σταματήσει να τρέχει πάνω κάτω και να λερώνει τις έρημες αυλές και τα άπλυτα από καιρό μπαλκόνια. Για πάντα.

 

Ή

Ή εγώ ή οι άλλοι.

Ή η γνώμη μου ή οι βλακείες τους.

Ή η αισθητική μου ή το καρακιτσαριό τους.

Ή η ομάδα μου ή οι αντίπαλοι.

Ή το κόμμα μου ή οι προδότες.

Ή η χώρα μου ή οι βάρβαροι.

Ή το χωριό μου ή οι ξένοι.

Ή ο Θεός μου ή τα παραμύθια τους.

Ένας ολόκληρος κόσμος ζωγραφισμένος με διαχωριστικές γραμμές. Αλλεργία στον άλλον. Λες και υπάρχουμε έστω και δύο ίδιοι. Κι αυτοί που φαντασιώνονται την ανακάλυψη της απόλυτης αδελφής ψυχής, βρίσκονται πάντα χωρισμένοι λόγω “διαφορών χαρακτήρα”.

writing_on_the_wall

Μπορείς να χτίσεις ένα σπίτι μόνος σου; Μπορείς να εξασφαλίσεις, όχι ν’ αγοράσεις, την τροφή σου ή τη θεραπεία σου μόνος σου, ολομόναχος;  Το μάτι σου θα έβλεπε χωρίς την καρδιά; Το χέρι σου θα έπιανε χωρίς την ανάσα; Ένα τόσο δα κομματάκι είσαι κι εσύ και η οικογένειά σου και η ομάδα σου και το χωριό σου και η χώρα σου. Χωρίς τους άλλους είσαι σχεδόν ένα τίποτα και μάλλον δε θα υπήρχες καν.

Κι αν βρέθηκες ψηλά, είναι γιατί κάποιος πιο βαρύς σου κάνει τη χάρη και κάθεται στην άλλη άκρη της τραμπάλας.

Αν δεν το πιάνεις είσαι ηλίθιος κι επικίνδυνος, πρώτ’ απ’ όλα για τον εαυτό σου. Κατάλαβες;

Γι αυτό ξύπνα κι άνοιξε τα μάτια και το μυαλό σου. Κι αν είσαι τυχερος ίσως ακολουθήσει κι η καρδιά.

 

ΕΝΑ ΜΠΟΥΚΕΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΑ

Στη δικιά μου ζωή οι γιορτές άρχιζαν κάθε 25η Νοεμβρίου, της Αγίας Αικατερίνης. Ήταν η γιορτή της μαμάς. Κοντά-κοντά η γιορτή του μπαμπά (Ανδρέας) και μετά στην τελική ευθεία για τα Χριστούγεννα. Το σπίτι παρκεταρισμένο, φρεσκοστρωμένο με χαλιά, τα καλοκαιρινά καλύμματα βγαλμένα από καναπέδες και πολυθρόνες, οι κουρτίνες μοσχοπλυμένες και κολλαριστές. Και τότε, στις 25, τα βάζα γέμιζαν γαρύφαλλα. Το λεπτό, υγρό, γεμάτο φρεσκάδα άρωμα τους σχημάτισε στη μνήμη μου τη μυρωδιά του χειμώνα.

carnations

Θυμάμαι ακόμα τον υπαίθριο ανθοπώλη, στη γωνία δίπλα στη στάση του λεωφορείου που με γύρναγε από το σχολείο. Ένα ντουλάπι, σαν αυτά της τηλεφωνίας, με λίγους κουβάδες ολόφρεσκα λουλούδια που φεύγανε μέχρι τ’ απόγευμα, δηλώσεις αγάπης, ευγνωμοσύνης, έρωτα, εκτίμησης. Έτσι προς το μεσημέρι συμπλήρωνα κι εγώ το δικό μου μπουκέτο στη γιορτή, δίπλα σ’ αυτά του μπαμπά που φτάναν πρωί-πρωί πριν φύγει εκείνος για την τράπεζα. Δύσκολα θα ξεχάσω τη χαρά της, το ανυπόκριτο ευχαριστώ, τη ζεστή αγκαλιά και τα φιλιά για το τόσο απλό, σχεδόν αναμενόμενο, δώρο.

ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΥΣ, ΜΕΡΟΣ 3ο: ΗΡΘΕ! ΓΙΝΕ BABY GURU!

Οι ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΥΣ είναι post γραμμένο για μέλλοντες ή φρέσκους μπαμπάδες. Για τους άλλους είναι αργά. Ή τα βρήκαν ήδη, ή παραιτήθηκαν ήδη, ή χώρισαν ήδη, ή φόρεσαν το άσπρο πουκαμισάκι με τα μακριά μανίκια.

Ακόμα πιο νέα δήλωση αποποίησης ευθύνης. Οι γνώμες και οι πληροφορίες που αναφέρονται παρακάτω είναι μεν κατασταλάγματα σοφίας, αλλά είναι προσωπικές. Δεν έχω καμμία ευθύνη αν δεν τα καταφέρετε ή κάνετε καμμία πατάτα εκ παρανοήσεως. Η ανάρτηση που ακολουθεί απευθύνεται ΣΕ ΑΝΤΡΕΣ. Οι γυναίκες ούτως ή άλλως είναι πια αλλού…

_____

Εντάξει; Το γλέντησες; Μπορείς να μ’ ευγνωμονείς για πάντα.

Η στιγμή που απομακρύνεσαι από το ταμείο του μαιευτηρίου, είναι η στιγμή που απομακρύνεσαι από το ταμείο του μαγαζιού της (μέχρι τότε) ζωής σου. Αυτό το πλασματάκι που είναι σχεδόν χαμένο στο κάθισμα του αυτοκινήτου είναι το παιδί σου. Όπως και να σου φαίνεται, ό,τι σκέψη και να έχεις κάνει, είσαι πια πατέρας και αυτό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει ποτέ πια! Αλλά αυτά είναι και λίγο φιλοσοφικά. Εξ άλλου θα τα σκέφτεσαι συνέχεια από δω και πέρα…

Εδώ όμως είπαμε, μιλάμε πρακτικά. Continue reading

Ο ΦΟΒΟΣ

Ότι κι αν σου έχουν πει, όσο κι αν έχεις διαβάσει η αλήθεια είναι μία.

Για το σπουδαιότερο ρόλο τις ζωής σου δεν υπάρχει γραμμένο σενάριο. Το να είσαι γονιός δε μαθαίνεται στη θεωρία. Δεν υπάρχει εγχειρίδιο για το δικό σου μοναδικό χαρακτήρα, τις δικές σου ιδιαίτερες συνθήκες ζωής και το δικό σου ξεχωριστό παιδί. Είσαι μόνος. Ολομόναχος.

need_for_shelter

Μοιραία το να κανείς λάθη είναι μάλλον αναπόφευκτο. Δυστυχώς είναι ίσως απαραίτητο για να μάθεις. Όμως έτσι εκκολάπτεται και φωλιάζει ένας φόβος παραλυτικός. Ο φόβος, κάποια στιγμή στο μέλλον, να βρεθείς κατηγορούμενος. Τότε που τα παιδιά θα έχουν μεγαλώσει και θα αποτιμήσουν με τα δικά τους μέτρα και δεδομένα τη συμβολή σου στη ζωή τους (όπως κάναμε κι εμείς άλλωστε για τότε δικούς μας γονείς). Κατηγορούμενος για αμέλειες, παραλείψεις ή πράξεις. Για πράγματα που μπορεί να μη διορθώνονται. Για λάθη που να μην σηκώνουν συγγνώμη. Ή να μη γίνεται αποδεκτή. Ή να μην είσαι καν εκεί για να εξηγήσεις, να απολογηθείς, να ζητήσεις συγχώρεση.

Ξεκινώντας το νέο σου ρόλο με αισιοδοξία και τις καλύτερες των προθέσεων, είναι τρομακτική και μόνο η σκέψη του να βρεθείς μπροστά σ’ ένα ασυγχώρητο σφάλμα. Θα είναι βέβαια πολύ χειρότερα αν συνειδητοποιήσεις ότι όντως φταις. Όχι ότι σου ξέφυγε κάτι, αλλά ότι δε στάθηκες στο ύψος των περιστάσεων. Όντας απών; Μη δείχνοντας αρκετή αγάπη; Μην αντιλαμβανόμενος; Όντας πολύ απασχολημένος με κάτι άλλο; Ποιος ξέρει;…

Πρόσεχε!